Σε περίπτωση θανάτου ενός προσώπου, η περιουσία του ως σύνολο, δηλαδή η κληρονομιά, περιέρχεται εκ του νόμου ή βάσει διαθήκης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα.

Συχνά όμως, τυγχάνει ο κληρονομούμενος να έχει χρέη, εξ ου και οι κληρονόμοι του αποποιούνται την κληρονομία αυτού για να μην καταστούν υπόλογοι για την αποπληρωμή των χρεών του.

Όταν αποποιείται ένας κληρονόμος, στη θέση του καλείται κατά κανόνα κάποιο άλλο πρόσωπο, σύμφωνα με όσα ορίζει ο νόμος. Για παράδειγμα, όταν το τέκνο του θανόντος αποποιείται την κληρονομία, καλούνται σε αυτήν τα εγγόνια του θανόντος, ενώ αν αποποιηθούν όλα τα τέκνα και τα εγγόνια θα κληθούν οι γονείς και τα αδέλφια του θανόντος κλπ.

Ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή (ότι δηλαδή κληρονομεί) και το λόγο της. Αν κάποιος κληρονομεί δυνάμει διαθήκης, η προθεσμία αποποίησης δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης.

Η αποποίηση της κληρονομιάς γίνεται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς. Για αποποίηση που γίνεται με αντιπρόσωπο χρειάζεται οπωσδήποτε ειδικό συμβολαιογραφικό έγγραφο. Το Δημόσιο δεν μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία που του έχει επαχθεί εξ αδιαθέτου.

Τέλος, η αποποίηση της κληρονομιάς καθίσταται άκυρη α) αν ο κληρονόμος έχει ρητά ή σιωπηρά δηλώσει ότι αποδέχεται την κληρονομία, β) αν γίνει μετά την πάροδο της προθεσμίας για αποποίηση, γ) αν περάσει άπρακτη η προθεσμία της αποποίησης, η κληρονομία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή, δ) αν έγινε υπό αίρεση (δηλαδή υπό προϋπόθεση τέλεσης πράξεως ή ύπαρξης γεγονότος) ή προθεσμία ή για μέρος της κληρονομιάς.